Του Χρήστου Μπολώση
Τώρα θα μου πείτε, τι γίνεται σωστά στην Ελλάδα για να γίνει κι αυτό, και θα ‘χετε δίκιο. Και αναφέρομαι στα Ελληνόπουλα που παίζουν μπάλα σε ξένους συλλόγους και διαπρέπουν.
Αφορμή μού έδωσε η εμφάνιση με την Εθνική μας του πιτσιρικά (17 ετών) Κώστα Καρέτσα, που αγωνίζεται στη βελγική Γκενκ. Κι εγώ τώρα ερωτώ και απάντηση δεν περιμένω.
Στο Βέλγιο το ελληνικό στοιχείο έχει πολύ μεγάλη παρουσία εδώ και πολλά χρόνια. Δεν βρέθηκε μία ελληνική ομάδα να εντοπίσει κάποιον Έλληνα προπονητή που ζει εκεί, να του δίνει κάποιο ποσό για να εντοπίζει Ελληνάκια που παίζουν σε βελγικές ομάδες;
Όχι, δεν βρέθηκε και μαθαίνουμε μόλις τώρα ότι τον Καρέτσα, που εμείς τον μάθαμε τώρα, ήδη τον έχουν βάλει στο κλισιοσκόπιό τους η Μπάγερν, η Λίβερπουλ και άλλες μεγάλες ομάδες (ή μεγάλα κλαμπ, που λένε και οι αθλητικοί συντάκτες…).
Μα, θα πείτε, τον βρήκαμε, γι’ αυτό τρέξαμε να τον κλείσουμε για την Εθνική μας. Ναι, τον βρήκαμε, αφού όμως ήδη έγινε αστέρι και αντί να παίζει στον ΠΑΟΚ π.χ., που είναι η ομάδα της καρδιάς του, όπως είπε, παίζει στην Γκενκ και άντε να τον πάρεις τώρα από κει.
Το ίδιο ισχύει και για τον Παυλίδη της Μπενφίκα, τον Μαυροπάνο της Γουέστ Χαμ, τον Χατζηδιάκο της Κοπεγχάγης, τον Ζαφείρη της Σλάβια και τράβα κορδόνι.
Να επισημανθεί βέβαια ότι ο προπαππούς του Κωνσταντίνου είναι εκείνος που μετανάστευσε στο Βέλγιο και ο Κωνσταντίνος είναι Έλληνας τέταρτης γενιάς. Και το γεγονός ότι (πρέπει να) αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για πάρα πολλούς ημεδαπούς είναι πιο ανησυχητικό από την διάσημη ανοργανωσιά μας.